Βάλε στόχο το φεγγάρι...ακόμα κι αν αποτύχεις, θα έχεις βρεθεί ανάμεσα στ’ αστέρια!

14/8/13

Ο ψαράς και η χαμένη ευκαιρία

Κάποτε  ήταν ένας ψαράς ο οποίος κατέβαινε κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ήξερε πως όταν έβγαινε ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄ αυτό και πάντα έριχνε τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.
 Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, καθώς πήγαινε να μπει στο νερό, αισθάνθηκε το πόδι του να χτυπά πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπάτεψε και είδε πως ήταν πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα. Εκνευρίστηκε και μουρμούρισε :
-" Ποιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία." Και αμέσως συμπλήρωσε: "Στη δική μου παραλία! Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες."
Άφησε, λοιπόν, κάτω τα δίχτυα, έσκυψε, έπιασε τη σακούλα και την έβγαλε από το νερό. Την άφησε στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπήκε με τα δίχτυα στο νερό. Ήταν θεοσκότεινα, ίσως γι΄ αυτό, όπως έβγαινε από τη θάλασσα, πάλι σκόνταψε πάνω στη σακούλα που ήταν τώρα έξω, στην παραλία.
Ο ψαράς έβγαλε  το σουγιά του, άνοιξε τη σακούλα και ψαχούλευε να δει τι υπήρχε στο εσωτερικό της. Βρήκε κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες. Κι αναρωτήθηκε:
- " Μα ποιός είναι αυτός που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό; "
 Ενστικτωδώς, πήρε μια-μια τις πέτρες και τις πετούσε στη θάλασσα. Πλουπ! Έβαζε το χέρι του στη σακούλα, έπαιρνε άλλη μια πέτρα και την πετούσε στο νερό. Άκουγε ξανά το πλουπ! Αυτή την πέταξε από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, άρχιζε να τις εκσφενδονίζει δυο δυο και άκουγε πλουπ -πλουπ! Ύστερα προσπαθούσε να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ – πλαφ!
 Διασκέδαζε, ακούγοντας τους διαφορετικούς ήχους, πετώντας πέτρες, υπολογίζοντας το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκίμαζε πότε με δύο, πότε με μία και με τρεις μαζί και συνέχιζε να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.
Μέχρι που άρχιζε να βγαίνει ο ήλιος και η σακούλα άδειασε. Ο ψαράς ψαχούλεψε και βρήκε μονάχα μία πέτρα. Ετοιμαζόταν λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί ήταν η τελευταία κι είχε ήδη ξημερώσει. Και όπως τέντωνε το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, άρχιζε να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τράβηξε την προσοχή.
Ο ψαράς συγκράτησε την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοίταξε προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλούσε τον ήλιο μέσα από τη βρωμιά που την κάλυπτε. Την έτριψε, λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα άρχισε να λάμπει ακόμη πιο πολύ.
Έκπληκτος, τη χτύπησε ελαφρά και αντιλήφθηκε ότι είναι από μέταλλο. Άρχισε τότε, να την τρίβει και να την καθαρίζει με το πουκάμισό του, και συνειδητοποίησε πως η πέτρα ήταν από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού!
Η χαρά του έσβησε, όμως, μόλις σκέφτηκε ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα. Και είπε:
-"Τι χαζός που ήμουν! Είχα στα χέρια μου μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσα στη θάλασσα γιατί μου άρεσε να ακούω τον θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό. "
Άρχισε τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί, να λυπάται για τις χαμένες πέτρες και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος.
Μετά του πέρασε από το μυαλό να έμπαινε στη θάλασσα, να κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και να βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει. Κι όλο έκλαιγε γοερά.
 Ο ήλιος έχει πια ανατείλει όταν ξαφνικά συνειδητοποίησε πως έχει ακόμη την μια και μοναδική πέτρα. Συνειδητοποίησε επίσης,  πως αν ο ήλιος είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή αν εκείνος είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.
Τότε ήταν η στιγμή που κατάλαβε ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος. Αντιλήφθηκε πόσο τυχερός ήταν που μπόρεσε να κρατήσει τον θησαυρό που είχε ακόμα στα χέρια του. 
μικρή παραλλαγή από το βιβλίο: Ο Δρόμος των Δακρύων Φύλλα Πορείας ΙΙΙ
Χόρχε Μπουκάϊ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: